σθεναρός
σθεναρός
σθενᾰρός, ά, όν
strong, mighty, Il., Eur.:—comp. σθεναρώτερος Soph.
from σθένος
{ "content": "σθεναρός\n σθενᾰρός, ά, όν\n strong, mighty, Il., Eur.:—comp. σθεναρώτερος Soph.\n from σθένος", "key": "sqenaro/s" }