σησαμόεις
σησαμόεις
σησᾰμόεις, εσσα, εν
of sesame:—as Subst. (contr.) σησαμοῦς, a sesame-cake, Ar.
{ "content": "σησαμόεις\n σησᾰμόεις, εσσα, εν\n of sesame:—as Subst. (contr.) σησαμοῦς, a sesame-cake, Ar.", "key": "shsamo/eis" }