σημαντήριον
σημαντήριον
σημαντήριον, ου, τό,
a mark or seal upon anything to be kept, Aesch.
{ "content": "σημαντήριον\n σημαντήριον, ου, τό,\n a mark or seal upon anything to be kept, Aesch.", "key": "shmanth/rion" }