σημαιοφόρος
σημαιοφόρος
σημαιο-φόρος, ον,
σημαία, φέρω
Lat. signifer, a standard-bearer, Polyb.
{ "content": "σημαιοφόρος\n σημαιο-φόρος, ον,\n σημαία, φέρω\n Lat. signifer, a standard-bearer, Polyb.", "key": "shmaiofo/ros" }