σηκοκόρος
σηκοκόρος
σηκο-κόρος, ὁ, ἡ,
κορέω
cleaning a byre or pen, a herdsman, Od.
{ "content": "σηκοκόρος\n σηκο-κόρος, ὁ, ἡ,\n κορέω\n cleaning a byre or pen, a herdsman, Od.", "key": "shkoko/ros" }