ἀγρότης
ἀγρότης
ἀγρός
ἄγρα
a country-man, rustic, Eur.
= ἀγρευτής a hunter, Od.; fem. ἀγρότις, i. e. Artemis, Anth.
{ "content": "ἀγρότης\n ἀγρός\n ἄγρα\n a country-man, rustic, Eur.\n = ἀγρευτής a hunter, Od.; fem. ἀγρότις, i. e. Artemis, Anth.", "key": "a)gro/ths" }