σεισματίας
σεισματίας
σεισμᾰτίας, ου, ὁ,
of earthquakes, σεισμ. τάφος a burial in the ruins caused by an earthquake, Plut.
{ "content": "σεισματίας\n σεισμᾰτίας, ου, ὁ,\n of earthquakes, σεισμ. τάφος a burial in the ruins caused by an earthquake, Plut.", "key": "seismati/hs" }