σαφηνιστικός
σαφηνιστικός
from σᾰφηνίζω
σᾰφηνιστικός, ή, όν
explanatory, τινος of a thing, Luc.
{ "content": "σαφηνιστικός\n from σᾰφηνίζω\n σᾰφηνιστικός, ή, όν\n explanatory, τινος of a thing, Luc.", "key": "safhnistiko/s" }