View word page
σαφηνιστικός
σαφηνιστικός from σᾰφηνίζω σᾰφηνιστικός, ή, όν explanatory, τινος of a thing, Luc.

ShortDef

explanatory

Debugging

Headword:
σαφηνιστικός
Headword (normalized):
σαφηνιστικός
Headword (normalized/stripped):
σαφηνιστικος
Intro Text:
σαφηνιστικός from σᾰφηνίζω σᾰφηνιστικός, ή, όν explanatory, τινος of a thing, Luc.
IDX:
29334
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29368
Key:
safhnistiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "σαφηνιστικός\n from σᾰφηνίζω\n σᾰφηνιστικός, ή, όν\n explanatory, τινος of a thing, Luc.",
  "key": "safhnistiko/s"
}