σαφηνής
σαφηνής
σᾰφηνής, Doric σᾰφᾱνής, ές
= σαφής, Aesch., Soph.
τὸ σαφανές the plain truth, Pind. adv. -νῶς, Theogn., Aesch.; Ionic -νέως, Hdt.
{ "content": "σαφηνής\n σᾰφηνής, Doric σᾰφᾱνής, ές\n = σαφής, Aesch., Soph.\n τὸ σαφανές the plain truth, Pind. adv. -νῶς, Theogn., Aesch.; Ionic -νέως, Hdt.", "key": "safhnh/s" }