σατίνη
σατίνη
σᾰτίνη (ῐ), ἡ,
a war-chariot, chariot, car, Hhymn., Eur.
deriv. uncertain
{ "content": "σατίνη\n σᾰτίνη (ῐ), ἡ,\n a war-chariot, chariot, car, Hhymn., Eur.\n deriv. uncertain", "key": "sati/nh" }