πώτημα
πώτημα
πώτημα, ατος, τό,
v. πότημα.
No short def.
Headword (normalized):
πώτημα
Headword (normalized/stripped):
πωτημα
Intro Text:
πώτημα
πώτημα, ατος, τό,
v. πότημα.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28970
No citations.
{
"content": "πώτημα\n πώτημα, ατος, τό,\n v. πότημα.",
"key": "pw/thma"
}