πῶρος
πῶρος
πῶρος, ὁ,
Lat. tophus, Ital. tufa, a porous stone; the πώρινος λίθος of Hdt.
{ "content": "πῶρος\n πῶρος, ὁ,\n Lat. tophus, Ital. tufa, a porous stone; the πώρινος λίθος of Hdt.", "key": "pw=ros" }