Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

πωλεύω
πωλέω
πώλησις
πώλης
πωλητήριον
πωλητής
πωλικός
πωλίον
πωλοδαμνέω
πωλοδάμνης
πωλομάχος
πῶλος
πωλοτρόφος
πῶμα
πῶμα
πωμάζω
πώμαλα
πω
πώποτε
πῶ
πώρινος
View word page
πωλομάχος
πωλομάχος πωλο-μάχος (ᾰ), ον, μάχομαι fighting on horseback or in a chariot, Anth.

ShortDef

fighting on horseback

Debugging

Headword:
πωλομάχος
Headword (normalized):
πωλομάχος
Headword (normalized/stripped):
πωλομαχος
IDX:
28919
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28952
Key:
pwloma/xos

Data

{'content': 'πωλομάχος\n πωλο-μάχος (ᾰ), ον,\n μάχομαι\n fighting on horseback or in a chariot, Anth.', 'key': 'pwloma/xos'}