πυρσοτόκος
πυρσοτόκος
πυρσο-τόκος, ον,
τίκτω
fire-producing, π. λίθος a flint, Anth.
{ "content": "πυρσοτόκος\n πυρσο-τόκος, ον,\n τίκτω\n fire-producing, π. λίθος a flint, Anth.", "key": "pursoto/kos" }