Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Πυληγενής
Πυληγόρος
πυληδόκος
πύλη
πυλίς
Πυλόθεν
Πυλοιγενής
Πυλόνδε
Πύλος
πύλος
πυλουρός
πυλόω
πύλωμα
πυλών
πυλωρέω
πυλωρός
πυματηγόρος
πύματος
πύνδαξ
πυνθάνομαι
πύξινος
View word page
πυλουρός
πυλουρός πῠλ-ουρός, οῦ, ὁ, οὖρος custos = πυλωρός, Hdt.
ShortDef
gatekeeper, porter
Debugging
Headword:
πυλουρός
Headword (normalized):
πυλουρός
Headword (normalized/stripped):
πυλουρος
Intro Text:
πυλουρός πῠλ-ουρός, οῦ, ὁ, οὖρος custos = πυλωρός, Hdt.
IDX:
28773
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28806
Key:
pulouro/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "πυλουρός\n πῠλ-ουρός, οῦ, ὁ,\n οὖρος custos\n = πυλωρός, Hdt.", "key": "pulouro/s" }