πυγμαχία
πυγμαχία
πυγμᾰχία, ἡ,
boxing, Lat. pugilatus, Il., Pind.
from πυγμάχος (ᾰ)
{ "content": "πυγμαχία\n πυγμᾰχία, ἡ,\n boxing, Lat. pugilatus, Il., Pind.\n from πυγμάχος (ᾰ)", "key": "pugmaxi/a" }