Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

πτιλωτός
πτισάνη
πτίσσω
πτιστής
πτόα
πτοέω
πτόησις
Πτολεμαϊκός
Πτολεμαΐς
πτολίεθρον
πτολιπόρθης
πτολιπόρθιος
πτολίπορθος
πτόλις
πτόρθος
πτύγμα
πτυκτός
πτύξ
πτύον
πτύρομαι
πτυρτικός
View word page
πτολιπόρθης
πτολιπόρθης πτολῐ-πόρθης, ου, ὁ, = πτολίπορθος, Aesch.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
πτολιπόρθης
Headword (normalized):
πτολιπόρθης
Headword (normalized/stripped):
πτολιπορθης
IDX:
28663
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28696
Key:
ptolipo/rqhs

Data

{'content': 'πτολιπόρθης\n πτολῐ-πόρθης, ου, ὁ,\n = πτολίπορθος, Aesch.', 'key': 'ptolipo/rqhs'}