πτερωτός
πτερωτός
πτερωτός, ή, όν
πτερόω
feathered, Hdt., Eur., etc.
winged, Hdt., Trag.; so, πτ. φθόγγος, a sound as of wings, Ar.
πτερωτοί (sc. ὄρνιθες) feathered fowl, birds, Eur.
{ "content": "πτερωτός\n πτερωτός, ή, όν\n πτερόω\n feathered, Hdt., Eur., etc.\n winged, Hdt., Trag.; so, πτ. φθόγγος, a sound as of wings, Ar.\n πτερωτοί (sc. ὄρνιθες) feathered fowl, birds, Eur.", "key": "pterwto/s" }