πτερύσσομαι
πτερύσσομαι
πτερύσσομαι,
Attic -ττομαι, fut. ξομαι, Dep. to clap the wings like a cock crowing, Babr., Luc.
{ "content": "πτερύσσομαι\n πτερύσσομαι,\n Attic -ττομαι, fut. ξομαι, Dep. to clap the wings like a cock crowing, Babr., Luc.", "key": "pteru/ssomai" }