Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Πτερνοτρώκτης
Πτερνοφάγος
πτεροδόνητος
πτερόεις
πτερόν
πτεροποίκιλος
πτερόπους
πτερορρυέω
πτεροφόρος
πτεροφυέω
πτεροφύτωρ
πτερόω
πτερυγίζω
πτερύγιον
πτερυγωτός
πτέρυξ
πτερύσσομαι
πτέρωμα
πτέρωσις
πτερωτός
πτηνολέτις
View word page
πτεροφύτωρ
πτεροφύτωρ πτερο-φύ_τωρ, ορος, ὁ, ἡ, feather-producing, Plat.
ShortDef
feather-producing
Debugging
Headword:
πτεροφύτωρ
Headword (normalized):
πτεροφύτωρ
Headword (normalized/stripped):
πτεροφυτωρ
IDX:
28637
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28670
Key:
pterofu/twr
Data
{'content': 'πτεροφύτωρ\n πτερο-φύ_τωρ, ορος, ὁ, ἡ,\n feather-producing, Plat.', 'key': 'pterofu/twr'}