Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πρυμνοῦχος
πρυμνώρεια
πρυτανεία
πρυτανεῖον
πρυτανεύω
πρύτανις
πρώην
πρωθήβης
πρωϊζός
πρώϊμος
πρωϊνός
πρώϊος
πρωΐ
πρωκτός
πρών
πρώξ
πρῴραθεν
πρῷρα
πρῳρατεύω
πρῳράτης
πρῳρεύς
View word page
πρωϊνός
πρωϊνός πρωῐνός, ή, όν later form of πρώιος, Babr.
ShortDef
early
Debugging
Headword:
πρωϊνός
Headword (normalized):
πρωϊνός
Headword (normalized/stripped):
πρωινος
IDX:
28575
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28608
Key:
prwino/s
Data
{'content': 'πρωϊνός\n πρωῐνός, ή, όν\n later form of πρώιος, Babr.', 'key': 'prwino/s'}