πρυμνήτης
πρυμνήτης
πρυμνήτης, ου, ὁ,
πρύμνα
the steersman:—metaph., χώρας πρ. ἄναξ the pilot" of the State, Aesch.
as masc. adj. = πρυμνήσιος, πρ. κάλως Eur.
{ "content": "πρυμνήτης\n πρυμνήτης, ου, ὁ,\n πρύμνα\n the steersman:—metaph., χώρας πρ. ἄναξ the pilot\" of the State, Aesch.\n as masc. adj. = πρυμνήσιος, πρ. κάλως Eur.", "key": "prumnh/ths" }