πρυμνήσιος
πρυμνήσιος
πρυμνήσιος, α, ον
πρύμνα
of or from a shipʼs stern, κάλως Eur.:—neut. pl. πρυμνήσια (sc. δεσμά) stern-cables, Lat. retinacula navis, Hom.
{ "content": "πρυμνήσιος\n πρυμνήσιος, α, ον\n πρύμνα\n of or from a shipʼs stern, κάλως Eur.:—neut. pl. πρυμνήσια (sc. δεσμά) stern-cables, Lat. retinacula navis, Hom.", "key": "prumnh/sios" }