πρόχυσις
πρόχυσις
πρόχῠσις, εως,
προχέω
a pouring out, πρ. τῆς γῆς a deposition of mud by a river, Lat. alluvies, Hdt.: —in οὐλὰς κριθῶν πρόχυσιν ἐποιέετο (cf. προχύται), πρόχυσιν ἐποιέετο must be taken as a simple Verb = προέχεε, Hdt.
Headword (normalized):
πρόχυσις
Headword (normalized/stripped):
προχυσις
Intro Text:
πρόχυσις
πρόχῠσις, εως,
προχέω
a pouring out, πρ. τῆς γῆς a deposition of mud by a river, Lat. alluvies, Hdt.: —in οὐλὰς κριθῶν πρόχυσιν ἐποιέετο (cf. προχύται), πρόχυσιν ἐποιέετο must be taken as a simple Verb = προέχεε, Hdt.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28579
No citations.
{
"content": "πρόχυσις\n πρόχῠσις, εως,\n προχέω\n a pouring out, πρ. τῆς γῆς a deposition of mud by a river, Lat. alluvies, Hdt.: —in οὐλὰς κριθῶν πρόχυσιν ἐποιέετο (cf. προχύται), πρόχυσιν ἐποιέετο must be taken as a simple Verb = προέχεε, Hdt.",
"key": "pro/xusis"
}