προφοβητικός
προφοβητικός
from προφοβέομαι
προφοβητικός, ή, όν
apt to fear beforehand, Arist.
{ "content": "προφοβητικός\n from προφοβέομαι\n προφοβητικός, ή, όν\n apt to fear beforehand, Arist.", "key": "profobhtiko/s" }