View word page
προφοβητικός
προφοβητικός from προφοβέομαι προφοβητικός, ή, όν apt to fear beforehand, Arist.

ShortDef

apt to fear beforehand

Debugging

Headword:
προφοβητικός
Headword (normalized):
προφοβητικός
Headword (normalized/stripped):
προφοβητικος
Intro Text:
προφοβητικός from προφοβέομαι προφοβητικός, ή, όν apt to fear beforehand, Arist.
IDX:
28519
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28552
Key:
profobhtiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "προφοβητικός\n from προφοβέομαι\n προφοβητικός, ή, όν\n apt to fear beforehand, Arist.",
  "key": "profobhtiko/s"
}