Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προτονίζω
πρότονοι
προτοῦ
προτρεπτικός
προτρέπω
προτρέχω
πρότριτα
προτροπάδην
προτροπή
προτυγχάνω
προτυπόω
προτύπτω
προϋπαρχή
προϋπάρχω
προϋπεξορμάω
προϋποβάλλω
προϋπογράφω
προϋπόκειμαι
προϋπολαμβάνω
προὔργου
προυσελέω
View word page
προτυπόω
προτυπόω fut. ώσω to mould beforehand: Mid. to figure to oneself, conceive, Luc.
ShortDef
to mould beforehand
Debugging
Headword:
προτυπόω
Headword (normalized):
προτυπόω
Headword (normalized/stripped):
προτυποω
IDX:
28491
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28524
Key:
protupo/w
Data
{'content': 'προτυπόω\n fut. ώσω\n to mould beforehand: Mid. to figure to oneself, conceive, Luc.', 'key': 'protupo/w'}