προτεραῖος
προτεραῖος
προτεραῖος, α, ον
πρότερος
on the day before, τῇ προτεραίᾳ ἡμέρᾳ Plat.; c. gen., τῇ πρ. ἡμέρᾳ τῆς μάχης Thuc.:—more commonly alone, τῇ προτεραίᾳ (sub. ἡμέρᾳ) , Lat. pridie, Hdt., etc.
{ "content": "προτεραῖος\n προτεραῖος, α, ον\n πρότερος\n on the day before, τῇ προτεραίᾳ ἡμέρᾳ Plat.; c. gen., τῇ πρ. ἡμέρᾳ τῆς μάχης Thuc.:—more commonly alone, τῇ προτεραίᾳ (sub. ἡμέρᾳ) , Lat. pridie, Hdt., etc.", "key": "proterai=os" }