προτεμένισμα
προτεμένισμα
προ-τεμένισμα, ατος, τό,
τέμενος
the precincts or entrance of a τέμενος, Thuc.
{ "content": "προτεμένισμα\n προ-τεμένισμα, ατος, τό,\n τέμενος\n the precincts or entrance of a τέμενος, Thuc.", "key": "proteme/nisma" }