προσωφέλησις
προσωφέλησις
προσωφέλησις, εως,
προσωφελέω
help, aid, advantage, Soph.
{ "content": "προσωφέλησις\n προσωφέλησις, εως,\n προσωφελέω\n help, aid, advantage, Soph.", "key": "proswfe/lhsis" }