πρόσφθεγμα
πρόσφθεγμα
πρόσφθεγμα, ατος, τό,
from προσφθέγγομαι
an address, salutation, Trag.
{ "content": "πρόσφθεγμα\n πρόσφθεγμα, ατος, τό,\n from προσφθέγγομαι\n an address, salutation, Trag.", "key": "pro/sfqegma" }