πρόστροπος
πρόστροπος
πρόστροπος, ον,
προστρέπω
like προστρόπαιος, a suppliant, τινος Soph.; absol., Soph.
{ "content": "πρόστροπος\n πρόστροπος, ον,\n προστρέπω\n like προστρόπαιος, a suppliant, τινος Soph.; absol., Soph.", "key": "pro/stropos" }