προσραπτέος
προσραπτέος
προσραπτέος, ον,
verb. adj. of προσράπτω
one must sew on, ap. Plut.
{ "content": "προσραπτέος\n προσραπτέος, ον,\n verb. adj. of προσράπτω\n one must sew on, ap. Plut.", "key": "prosrapte/os" }