προσπτύω
προσπτύω
fut. -πτύσω
-πτύσομαι
to spit upon, τινί Theophr., Luc.
metaph., πρ. τῷ καλῷ: absol., προσπτύσας Plut.
{ "content": "προσπτύω\n fut. -πτύσω\n -πτύσομαι\n to spit upon, τινί Theophr., Luc.\n metaph., πρ. τῷ καλῷ: absol., προσπτύσας Plut.", "key": "prosptu/w" }