πρόσπτυγμα
πρόσπτυγμα
πρόσ-πτυγμα, ατος, τό,
the object of embraces, Eur.
from προσπτύσσω
{ "content": "πρόσπτυγμα\n πρόσ-πτυγμα, ατος, τό,\n the object of embraces, Eur.\n from προσπτύσσω", "key": "pro/sptugma" }