προσπορπατός
προσπορπατός
προσ-πορπᾱτός, ή, όν
πορπάω
fastened on with a πόρπη, pinned down, Aesch.
{ "content": "προσπορπατός\n προσ-πορπᾱτός, ή, όν\n πορπάω\n fastened on with a πόρπη, pinned down, Aesch.", "key": "prosporpato/s" }