προσποίημα
προσποίημα
from προσποιέω
προσποίημα, ατος, τό,
a pretence, assumption, Arist.
{ "content": "προσποίημα\n from προσποιέω\n προσποίημα, ατος, τό,\n a pretence, assumption, Arist.", "key": "prospoi/hma" }