προσπερονάω
προσπερονάω
fut. ήσω
to fasten by means of a pin (περόνη) , and, generally, to fasten on, τι πρός τι Plat.; πρός τινι Xen.
{ "content": "προσπερονάω\n fut. ήσω\n to fasten by means of a pin (περόνη) , and, generally, to fasten on, τι πρός τι Plat.; πρός τινι Xen.", "key": "prosperona/w" }