προσπεριβάλλω
προσπεριβάλλω
fut. -βαλῶ
to put round besides, περιτείχισμα τῇ πόλει Thuc.:—Mid. to throw or draw round oneself, τείχη Isocr.:—Pass. to be drawn round, στρατοπέδῳ ἐρύματος προσπεριβαλλομένου Thuc.
Mid. to surround, τὸν πεζὸν στρατὸν ταῖς ναυσὶ πρ. Plut.
Mid., also, to grasp at, Dem.
Headword (normalized):
προσπεριβάλλω
Headword (normalized/stripped):
προσπεριβαλλω
Intro Text:
προσπεριβάλλω
fut. -βαλῶ
to put round besides, περιτείχισμα τῇ πόλει Thuc.:—Mid. to throw or draw round oneself, τείχη Isocr.:—Pass. to be drawn round, στρατοπέδῳ ἐρύματος προσπεριβαλλομένου Thuc.
Mid. to surround, τὸν πεζὸν στρατὸν ταῖς ναυσὶ πρ. Plut.
Mid., also, to grasp at, Dem.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28307
No citations.
{
"content": "προσπεριβάλλω\n fut. -βαλῶ\n to put round besides, περιτείχισμα τῇ πόλει Thuc.:—Mid. to throw or draw round oneself, τείχη Isocr.:—Pass. to be drawn round, στρατοπέδῳ ἐρύματος προσπεριβαλλομένου Thuc.\n Mid. to surround, τὸν πεζὸν στρατὸν ταῖς ναυσὶ πρ. Plut.\n Mid., also, to grasp at, Dem.",
"key": "prosperiba/llw"
}