Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προσπαίζω
πρόσπαιος
προσπαλαίω
Προσπαλτόθεν
προσπαραγράφω
προσπαρακαλέω
προσπαραμένω
προσπαρασκευάζω
προσπαρατίθημι
προσπαρέχω
προσπαροξύνω
προσπαρτός
προσπασσαλεύω
προσπάσχω
πρός
πρόσπεινος
προσπελάζω
προσπέμπω
προσπεριβάλλω
προσπεριγίγνομαι
προσπεριλαμβάνω
View word page
προσπαροξύνω
προσπαροξύνω fut. υνῶ to provoke besides, Strab.
ShortDef
to provoke besides
Debugging
Headword:
προσπαροξύνω
Headword (normalized):
προσπαροξύνω
Headword (normalized/stripped):
προσπαροξυνω
Intro Text:
προσπαροξύνω fut. υνῶ to provoke besides, Strab.
IDX:
28266
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28299
Key:
prosparocu/nw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "προσπαροξύνω\n fut. υνῶ\n to provoke besides, Strab.", "key": "prosparocu/nw" }