προσπαρακαλέω
προσπαρακαλέω
fut. έσω
to call in besides, invite, Thuc.
to exhort besides, τινὰ εἶναι ἑτοῖμον Polyb.
{ "content": "προσπαρακαλέω\n fut. έσω\n to call in besides, invite, Thuc.\n to exhort besides, τινὰ εἶναι ἑτοῖμον Polyb.", "key": "prosparakale/w" }