προσομολογία
προσομολογία
from προσομολογέω
προσομολογία, ἡ,
a further admission, Dem.
{ "content": "προσομολογία\n from προσομολογέω\n προσομολογία, ἡ,\n a further admission, Dem.", "key": "prosomologi/a" }