Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προσόζω
πρόσοιδα
προσοικειόω
προσοικέω
προσοικοδομέω
πρόσοικος
προσοιστέος
προσοίχομαι
προσοκέλλω
προσολοφύρομαι
προσομαρτέω
προσομιλέω
προσόμνυμι
προσόμοιος
προσομοιόω
προσομολογέω
προσομολογία
προσομόργνυμαι
προσόμουρος
προσονομάζω
προσοράω
View word page
προσομαρτέω
προσομαρτέω fut. ήσω to go along with, τινί Theogn., etc.
ShortDef
to go along with
Debugging
Headword:
προσομαρτέω
Headword (normalized):
προσομαρτέω
Headword (normalized/stripped):
προσομαρτεω
IDX:
28229
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n28262
Key:
prosomarte/w
Data
{'content': 'προσομαρτέω\n fut. ήσω\n to go along with, τινί Theogn., etc.', 'key': 'prosomarte/w'}