προσβατός
προσβατός
προσ-βᾰτός, ή, όν
προσβαίνω
accessible, τινι Xen.; χωρίον ἔνθα οὐ προσβατὸν θανάτῳ where was no point accessible by death, Xen.
{ "content": "προσβατός\n προσ-βᾰτός, ή, όν\n προσβαίνω\n accessible, τινι Xen.; χωρίον ἔνθα οὐ προσβατὸν θανάτῳ where was no point accessible by death, Xen.", "key": "prosbato/s" }