Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

προσαγωγή
προσαγωγός
προσᾴδω
προσαιθρίζω
προσαιρέομαι
προσαΐσσω
προσαιτέω
προσαίτης
προσαιτιάομαι
προσακοντίζω
προσακούω
προσακροβολίζομαι
προσακτέος
προσαλείφω
προσάλλομαι
προσάλπειος
προσάμβασις
προσαμείβομαι
προσαμέλγομαι
προσαμύνω
προσαμφιέννυμι
View word page
προσακούω
προσακούω fut. -ακούσομαι to hear besides, Xen.

ShortDef

to hear besides

Debugging

Headword:
προσακούω
Headword (normalized):
προσακούω
Headword (normalized/stripped):
προσακουω
IDX:
27836
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27869
Key:
prosakou/w

Data

{'content': 'προσακούω\n fut. -ακούσομαι\n to hear besides, Xen.', 'key': 'prosakou/w'}