προπότης
προπότης
προπότης, ου, ὁ,
προπίνω
one who drinks healths, προπόται θίασοι bands of revellers, Eur.
{ "content": "προπότης\n προπότης, ου, ὁ,\n προπίνω\n one who drinks healths, προπόται θίασοι bands of revellers, Eur.", "key": "propo/ths" }