Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

Προμήθειος
Προμηθεύς
προμηθής
προμηθικῶς
προμήκης
προμηνύω
προμήτωρ
προμηχανάομαι
προμίγνυμι
προμισθόομαι
προμνάομαι
προμνηστεύομαι
προμνηστῖνοι
προμνήστρια
πρόμοιρος
προμολή
πρόμος
προμοχθέω
πρόναος
προναυμαχέω
προνέμω
View word page
προμνάομαι
προμνάομαι Dep. to woo or court for another, ἡ προμνησαμένη = προμνήστρια, Xen. generally, to solicit, Xen., Plut. προμνᾶταί τί μοι γνώμα my mind forebodeth somewhat, Soph.

ShortDef

to woo

Debugging

Headword:
προμνάομαι
Headword (normalized):
προμνάομαι
Headword (normalized/stripped):
προμναομαι
IDX:
27707
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27740
Key:
promna/omai

Data

{'content': 'προμνάομαι\n Dep. \n to woo or court for another, ἡ προμνησαμένη = προμνήστρια, Xen.\n generally, to solicit, Xen., Plut.\n προμνᾶταί τί μοι γνώμα my mind forebodeth somewhat, Soph.', 'key': 'promna/omai'}