Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

προμεριμνάω
προμετωπίδιος
Προμήθεια
προμηθέομαι
προμήθεια
Προμήθειος
Προμηθεύς
προμηθής
προμηθικῶς
προμήκης
προμηνύω
προμήτωρ
προμηχανάομαι
προμίγνυμι
προμισθόομαι
προμνάομαι
προμνηστεύομαι
προμνηστῖνοι
προμνήστρια
πρόμοιρος
προμολή
View word page
προμηνύω
προμηνύω fut. ύσω to denounce beforehand, τινί τι Soph.: to indicate before, τι Plut.

ShortDef

to denounce beforehand

Debugging

Headword:
προμηνύω
Headword (normalized):
προμηνύω
Headword (normalized/stripped):
προμηνυω
IDX:
27702
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27735
Key:
promhnu/w

Data

{'content': 'προμηνύω\n fut. ύσω\n to denounce beforehand, τινί τι Soph.: to indicate before, τι Plut.', 'key': 'promhnu/w'}