Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προκάς
προκαταγγέλλω
προκαταγιγνώσκω
προκατάγομαι
προκαταγωγή
προκαταθέω
προκατακαίω
προκατάκειμαι
προκατακλίνω
προκαταλαμβάνω
προκαταλέγομαι
προκαταλήγω
προκαταλύω
προκαταπίπτω
προκαταπλέω
προκαταρτίζω
προκατάρχω
προκατασκευάζω
προκατασκευή
προκαταφεύγω
προκαταχράομαι
View word page
προκαταλέγομαι
προκαταλέγομαι Pass. to be described beforehand, Hdt.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
προκαταλέγομαι
Headword (normalized):
προκαταλέγομαι
Headword (normalized/stripped):
προκαταλεγομαι
IDX:
27612
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27644
Key:
prokatale/gomai
Data
{'content': 'προκαταλέγομαι\n Pass. to be described beforehand, Hdt.', 'key': 'prokatale/gomai'}