πρόθυμα
πρόθυμα
πρόθῡμα, ατος, τό,
προθύω
a preparatory sacrifice, Ar.:— metaph., ἐμὸν θάνατον προθύματʼ ἔλαβεν Ἄρτεμις Eur.
{ "content": "πρόθυμα\n πρόθῡμα, ατος, τό,\n προθύω\n a preparatory sacrifice, Ar.:— metaph., ἐμὸν θάνατον προθύματʼ ἔλαβεν Ἄρτεμις Eur.", "key": "pro/quma" }