Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προεξαποστέλλω
προεξέδρα
προέξειμι
προεξελαύνω
προεξεπίσταμαι
προεξερευνάω
προεξερευνητής
προεξέρχομαι
προεξετάζω
προεξεφίεμαι
προεξορμάω
προεπαγγέλλω
προεπαινέω
προεπανασείω
προεπαφίημι
προεπιβουλεύω
προεπιξενόομαι
προεπιπλήσσω
προεπισκοπέω
προεπίσταμαι
προεπιχειρέω
View word page
προεξορμάω
προεξορμάω fut. ήσω to set out or start beforehand, Xen.
ShortDef
to set out
Debugging
Headword:
προεξορμάω
Headword (normalized):
προεξορμάω
Headword (normalized/stripped):
προεξορμαω
Intro Text:
προεξορμάω fut. ήσω to set out or start beforehand, Xen.
IDX:
27517
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27549
Key:
proecorma/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "προεξορμάω\n fut. ήσω\n to set out or start beforehand, Xen.", "key": "proecorma/w" }